Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

Ποτέ! Ποτέ! Ποτέ! Δέν θά κάνουμε κοινή προσευχή μέ αἱρετικούς καί ἀλλοθρήσκους! Οὔτε συχνή συναναστροφή. π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος



Ποτέ! Ποτέ! Ποτέ! Δέν θά κάνουμε κοινή προσευχή μέ αἱρετικούς καί ἀλλοθρήσκους! Οὔτε συχνή συναναστροφή.  π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος






Πηγή : http://kaiomenivatos.blogspot.gr/2016/08/blog-post_80.html



Ιεροί Κανόνες εκ του Πηδαλίου
ΚΑΝΩΝ ΜΕ', ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
«Επίσκοπος, ή Πρεσβύτερος, ή Διάκονος αιρετικοίς συνευξάμενος, μόνον, αφοριζέσθω, ει δε επέτρεψεν αυτοίς, ως κληρικούς ενεργήσαι τι, καθαιρείσθω».
Ερμηνεία
Ο παρών Κανών διορίζει, ότι όποιος Επίσκοπος, ή Πρεσβύτερος, ή Διάκονος ήθελε συμπροσευχηθή μοναχά, αλλά όχι και να συλλειτουργήση με αιρετικούς ας αφορίζηται. Επειδή όποιος με τους αφωρισμένους συμπροσεύχηται (καθώς τοιούτοι είναι οι αιρετικοί), πρέπει να συναφορίζηται και αυτός, κατά τον Ι' των αυτών Αποστόλων. Ει δε και εσυγχώρησε εις τους αιρετικούς αυτούς να ενεργήσουν κανένα λειτούργημα, ωσάν κληρικοί, ας καθαίρηται, επειδή όποιος κληρικός συλλειτουργήσει με καθηρημένους (καθώς τοιούτοι είναι και οι αιρετικοί, κατά τον Β' και Δ' της Γ') συγκαθαιρείται και αυτός, κατά τον ΙΑ' των Αποστόλων. Πρέπει γαρ τους αιρετικούς να μισούμε και να αποστρεφώμεθα, αλλά όχι ποτέ και να συμπροσευχώμεθα με αυτούς ή να συγχωρούμεν εις αυτούς να ενεργήσουν τι εκκλησιαστικόν λειτούργημα, ή ως κληρικοί, ή ως ιερείς.

Συμφωνία
Ο δε ΞΕ' Αποστολικός λέγει, ότι όποιος εμβή εις συναγωγήν αιρετικών δια να προσευχηθή, κληρικός μεν ων, ας καθαίρηται, λαϊκός δε, ας αφορίζηται. Η δε εν Λαοδικεία, κατά μεν τον ΣΤ' αυτής, δεν συγχωρεί να εμβαίνουν οι αιρετικοί εις την εκκλησίαν, κατά δε τον ΛΒ' δεν πρέπει, λεγει να λαμβάνει τινάς τας παρά των αιρετικών ευλογίας, οι οποίες είναι αλογίες, και όχι ευλογίες, αλλά ουδέ πρέπει να συμπροσεύχηται τινάς με αιρετικούς ή σχισματικούς κατά τον ΛΓ' της αυτής. Ο δε ΛΔ' αναθεματίζει τους αφίνοντας τους μάρτυρας του Χριστού και πορευομένους εις τους ψευδομάρτυρας των αιρετικών. Ο δε Θ' Τιμοθέου δεν συγχωρεί να στέκονται παρόντες αιρετικοί εν τω καιρώ της Θείας Λειτουργίας, έξω μόνον αν υπόσχωνται να μετανοήσουν, και να αφήσουν την αίρεσιν. Αλλά και ο Θ' της εν Λαοδικεία αφορίζει τους Χριστιανούς όπου πηγαίνουν εις τα κοιμητήρια, ή μαρτύρια των αιρετικών δια να προσευχηθούν, ή χάριν ιατρείας των ασθενών αυτών. Αλλά ούτε πρέπει να συνεορτάζη κανείς Χριστιανός με τους αιρετικούς, ούτε να δέχηται τα παρ' αυτών πεμπόμενα εις αυτόν δώρα της εορτής των, κατά τον ΛΖ' της αυτής εν Λαοδικεία.

Πηγή : http://www.impantokratoros.gr/95F6275C.el.aspx




Γέρων Σάββας Λαυριώτης 12-8-16, Σημαντική συνέντευξη στον απόηχο της «Αγίας και μεγάλης» συνόδου






Ο Κύριος Ιησούς Χριστός
και η Υπεραγία Μητέρα Του
η επονομαζομένη 
Παναγία Αρβανίτισσα 
να σας ευλογούν.
Γέρων Νεκτάριος Μοναχός
Αγιορείτης

Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

Τα Σ’ΑΓΑΠΩ του Παναγιώτη στη γλυκιά του και γλυκιά μας Παναγία!


hqdefault





Γράφει ο Νίκος Χειλαδάκης
Φέτος μετά από έξη χρόνια οι Τούρκοι απαγόρεψαν την τέλεση της θειας λειτουργίας στην Παναγία Σουμελά του Πόντου.
Η φετινή απαγόρευση μας φέρνει στην μνήμη το 2009, όταν τότε είχε γίνει για πρώτη φορά απόπειρα με την συνδρομή Ρώσων να γίνει μετά από πολλά χρόνια κάποια δέηση στον ιστορικό χώρο του μοναστηριού, σύμβολο του ποντιακού ελληνισμού.
Τότε η νομάρχης Τραπεζούντας επενέβηκε βίαια την ώρα που τελούσαν την δέηση από ένα Ρώσο ιερέα, παρουσία γνωστών Ελλήνων και του κ Ιβάν Σαββίδη και διέκοψε την θρησκευτική τελετή. Τον επόμενο χρόνο έγινε σε πείσμα της Τουρκάλας νομάρχης έγινε η πρώτη ελληνορθόδοξη θρησκευτική τελετή του δεκαπενταύγουστου στην μονή.


Φέτος δυστυχώς επιστρέψαμε εκεί και ούτε κάποια παρουσία ελληνορθόδοξων επετράπη στην ιερά μονή.
Είθε να έρθει η μέρα που η Παναγία Σουμελά να ξαναγίνει αυτό που ήταν επί αιώνες, το σύμβολο της Ελληνικής Ορθοδοξίας στην περιοχή του ελληνικού Πόντου.

ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος
www.nikosxeiladakis.gr



Στην Παναγία



Όσα λόγια κι αν σου γράψω, όσα λόγια κι αν σου πω, όλα βρίσκονται  στις λέξεις «Παναγιά μου». Σ’ΑΓΑΠΩ.

Σ’ αγαπώ, γιατί είσαι η Μάνα του Δεσπότη του Χριστού. Σ’ αγαπώ, γιατί είσαι η Μάνα Αυτού που σταύρωσα εγώ.

Σ’ αγαπώ, γιατί είσαι εσύ η φθορά της αμαρτίας. Σ’ αγαπώ, ως εκλεκτή της Τριάδας της Αγίας.

Σ’ αγαπώ, γιατί βαστάς Ιησού Εσταυρωμένο. Σ’ αγαπώ, γιατί βαστάς και εμέ τον πονεμένο.

Σ’ αγαπώ, γιατί γλυκαίνεις τις πληγές της αμαρτίας. Σ’ αγαπώ, γιατί η ματιά σου μου γλυκαίνει την καρδία.

Σ’ αγαπώ, που εσύ εσταυρώθης και εσύ πριν από τον Ιησού, όταν σού πε ο Συμεών για το Πάθος του Υιού.

Σ’ αγαπώ, γιατί όταν πέσω ξέρω πως θα είσαι εκεί και πως θα με περιμένεις με αγκάλη ανοιχτή.

Σ’ αγαπώ, γιατί είσαι Αγάπη. Είσαι Φως του ουρανού, σ’ αγαπώ είσαι χάδι και του πιο αμαρτωλού.

Σ’ αγαπώ, όταν θωρρώ τη ματιά σου δακρυσμένη. Σ’ αγαπώ, γιατί η καρδιά σου είναι πάντα ματωμένη.

Σ’ αγαπώ, γιατί για μένα πάντα δίπλα ξαγρυπνάς, σ’ αγαπώ, γιατί είσαι ο ήλιος μεσ’ τον παγερό χιονιά.

Σ’ αγαπώ, γιατί όταν κλαίω, είσαι δίπλα μου, κοντά μου. Σ’ αγαπώ γιατί μ’ ακούς σαν φωνάζω: «Παναγιά μου».

Σ’ αγαπώ, γιατί είσαι μέσα στης ψυχής μου τον καημό. Σ’ αγαπώ, γιατί έτσι νιώθω «Παναγιά μου». Σ’ αγαπώ.

Σ’ αγαπώ, γιατί μυριάδες στόματα σε ανυμνούν. Σ’ αγαπώ, γιατί από σένα, τον Ιησού δοξολογούν.

Σ’ αγαπώ, γιατί είσαι μέσα, στης ψυχής μου την ψυχή. Σ’ αγαπώ, γιατί το «ήμαρτον» συ το δίνεις στον Κριτή.

Σ’ αγαπώ, γιατί αναδύεις μύρο κι άνθη θεϊκά. Σ’ αγαπώ, γιατί τ’ αηδόνια έχουν εσένα στη λαλιά.

Σ’ αγαπώ, όταν τα άνθη βγάζουν θεία ευωδία και αυτά σε ροδοντύνουν και φωνάζουν: «Παναγία».

Σ’ αγαπώ, γιατί η κτίση υποκλίνεται μπροστά σου. Σ’ αγαπώ ο Κτίστης πήρε αίμα απ’ την καρδιά σου.

Σ’ αγαπώ, γιατί η καρδιά σου στάζει αίμα και αγάπη. Σ’ αγαπώ η ματιά σου στάζει του Εσταυρωμένου δάκρυ.

Σ’ αγαπώ, γιατί αγάπη είναι τα’ άλλο όνομά σου. Σ’ αγαπώ, γιατί μ’ αγάπη είναι η παρηγοριά σου.

Σ’ αγαπώ, γιατί είσαι εσύ.
Σ’ αγαπώ Παντάνασσά μου.
Σ’ αγαπώ γλυκιά Παρθένα.
Σ’ αγαπώ Αγκαλίτισσά μου.

Σ’ αγαπώ, γιατί η ματιά σου μου φωνάζει «σ’ αγαπώ». Σ’ αγαπώ, γιατί η μορφή σου μ’ ανεβάζει στο Χριστό.

Σ’ αγαπώ, γιατί εσύ ποτέ δε με μαλώνεις. Σ’ αγαπώ, γιατί τα χιόνια της ψυχής μου ΕΣΥ τα λιώνεις.

Σ’ αγαπώ, γιατί μου δείχνεις τον Ιησού τον Γολγοθά. Σ’ αγαπώ, γιατί βαστάς τον αέρα που φυσά.

Σ’ αγαπώ, αλλά φοβάμαι την αγάπη μην προδώσω. Σ’ αγαπώ, αλλά φοβάμαι άλλο δάκρυ μην σου δώσω.

Της πληγής κλείνει η πληγή, όταν δω το εικόνισμά σου κι η ψυχή μου ανασαίνει από τη γλυκιά ματιά σου.

Τώρα ξέρεις Παναγιά μου της ψυχής τη μελωδία και τα «Σ’ αγαπώ» που είπα της καρδιάς μου ευωδία.

Έργα άξια δεν έχω να σε κάνω να χαρείς. Μόνο το «Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε» θα σου ψάλλω να ευφρανθείς.

Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε,
Χαίρε γλυκό τραγούδι,
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Της Άνοιξης Λουλούδι.  

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

Στη δύσκολη εποχή της αποστασίας του Κολυμπαρίου

Ιερά Καλύβη Ζωοδόχου Πηγής
Ιερά Σκήτη Αγίου Παντελεήμονος Κουτλουμουσίου
Σάββατο 30/07/2016, Σίλα, Σιλουανού, Επαινετού, Ανδρονίκου 'Ο.



ΣΤΗΝ ΔΥΣΚΟΛΗ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΚΟΛΥΜΠΑΡΙΟΥ




Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας Αγίου Όρους και Π. Σάββας Μοναχός Λαυριώτης.


Το κείμενο του Γέροντος Νεκταρίου που ακολουθεί είναι ένα ουράνιο γλύκισμα που στόχο έχει να γλυκάνει τις πικραμένες καρδιές όλων των Ορθοδόξων Χριστιανών. 


Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν



Αγαπητοί αδελφοί και πατέρες χαίρετε εν Κυρίω Πάντοτε και λυπήσθε με του τρεπτούς ανθρώπους εκάστοτε. Η συχνή; Ίσως εύκολη αλλαγή απόψεως, στα θέματα της Ορθοδόξου ημών Πίστεως, σηματοδοτεί και την ελαφρότητα στην πίστη και την τάση προς τον συγκρητισμό και τη σύγχρονη αίρεση του Οικουμενισμού.



Στην αντίθετη ακριβώς ποιότητα και πορεία ευρίσκεται η παραμονή με "Θείο Πείσμα" στην Ορθόδοξο ημών πίστη, στην μπέσα.


Ο τελευταίος Όρος "Μπέσα", είναι όρος που χρησιμοποιούν κυρίως οι Αρβανίτες μας και εμπεριέχει εκτός από την πίστη στον Χριστό μας και την καλή και Αγία Χριστιανική - Κοινωνική συναναστροφή.


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ

Όμως επειδή εισάγω έναν νέο όρο στο κείμενό μου "το  Θείο πείσμα", επιτρέψατέ μου να σας περιγράψω από που την αντλώ καθώς και την παράθεση τριών εδαφίων από την Ελληνική Πατρολογία και ειδικά από τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, όπου ο Άγιος αποδεικνύει ότι και ο Θεός έχει "Θείο Πείσμα" και μας αγαπάει με αυτό. Διότι "σφοδρά επιθυμεί της σωτηρίας της ημετέρας"


( Ο κωδικός : εργασία , τόμος, σελίδα, ουρά).





159.62.13.24 

Νεοτέρας γαμείν, τεκνογονείν " Ευδοκίαν  ουν το πρώτον θέλημά φησι, το σφοδρών θέλημα, το μετά επιθυμίας θέλημα, το πείσμα ου γρ παραιτήσομαι και κοινοτέρα λέξει χρήσασθαι σαφήνεια ένεκεν των αφελεστέρων : ούτω γαρ και ημεί της επίτασιν του.



159.62.13.27  
Και κεινοτέρα λέξει χρήσασθαι σαφηνείας ένεκεν των αφελεστέρων : ούτω γαρ και ημείς την επίτασιν του θελήματος δηλούντες, Κατά το πείσμα ημών, λέγομεν. Ο ουν λέγει τούτο εστίν : Σφοδρά εφίετα, σφό - δρα επιθυμεί της σωτηρίας της ημετέρας.



163.62.48.13
έλεγεν : Ούπω μέχρις αίματος αντικατέστησε, προς την αμαρτίαν ανταγωνιζόμενοι. Εις πάσαν, φησίν, ευδοκία : τουτέστιν αρέσκεια, πείσμα, πληροφορία : ωσεί έλεγε, είναι το πείσμα του Θεού γενείτε, ίνα μηδέν. υμήν λυπεί, ίνα ως βούλεται ούτως είτε


Θα προσπαθήσω μια μικρή διασαφήνιση (όχι κατά του λέγει) τον εδαφίων που προηγούνται και μετά συνεχίζομαι.



1° Εδάφιο : Το καλό το πρώτο θέλημα μας είναι το Άγιο, αυτό που δηλώνουμε με ΠΕΙΣΜΑ, Δεν αλλάζει όρο δηλώνει ο Άγιος, αν δεν κατανοούν μερικοί αφελείς τι σημαίνει "Θείο Πείσμα".


2° Εδάφιο : Έτσι εμείς την αναγκαιότητα του θελήματος μας στα θέματα πίστεως δηλώνοντας, το κάνουμε κατά το ΠΕΙΣΜΑ ΗΜΩΝ. Ότι λέγομεν, τούτο και πρέπει να είναι.



3° Εδάφιο :  Έτσι και εμείς, μέχρις αίματος πρέπει να αντισταθούμε στην αμαρτία, για να γίνει το ΠΕΙΣΜΑ του Θεού, για να μη μας λείπει κάτι και να γίνουν όλα όπως θέλει ο Θεός.





Η ΕΜΠΟΝΟΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΑΠΟΔΙΔΕΙ ΚΑΡΠΟΥΣ



Είναι γνωστό στους Ορθοδόξους Χριστιανούς, ότι η έμπονος Προσευχή προκαλεί τον Θεό να χαϊδέψει τις ροές των δακρύων. Από τον καρπό αυτόν της καρδιάς μας κατανοούμε ότι ο Πανάγαθος Ιησούς Χριστός μας, έκανε αποδεκτή την προσευχή μας και ευλόγησε της αίτηση.


Οι ροές τον δακρύων, καθαρίζουν την καρδιά, λεπτύνουν τον νου και τον κάνουν ηγεμονικό και διακριτικό.


Αυτός ο ηγεμονικός νους, εδρασμένος σε μια και καθαρμένη καρδιά απαλλαγμένη από εμπαθείς λογισμούς, οδηγείται από το λογιστικό, από νίκη σε νίκη και είναι έτοιμος να δεχθεί από τον τριαδικό Θρόνο τα μηνύματα του Θεού μας, ως ψίθυρο ή με λεκτικό περιεχόμενο. Κάνοντας ο Χριστιανός, τις αποκαλύψεις αυτές του Τριαδικού Θεού πράξη στην ζωή και βαδίζοντας προς την αιώνια μακαριότητα, χαίρεται την παρούσα ζωή. Νάτη η ποιότητα των μυστηρίων της Ορθοδοξίας μας, την οποία δεν μπορούν να βιώσουν οι διάφορες Χριστιανικές ομάδες που στο Κολυμπάρι τις ονόμασαν εκκλησίες οι "σοφοί". Νάτη η χαρά των Ορθοδόξων Χριστιανών που Αγαπούν τον Χριστό μας και τους ανθρώπους.


Όσοι βιώνουν το παραπάνω μυστήριο των δακρύων γνωρίζουν ότι θέλουν να αγαπούν και αγαπούν αδιακρίτως με την καρδιά των να είναι πλημμυρισμένη από ειρήνη και αγάπη Χριστού.


Να με συγχωρείτε αδελφοί μου που σας αποκαλύπτομαι, αλλά τυγχάνω Χάριτι Θεού της χάριτος.


"Έπρεπε να σας τα πω αυτά, γιατί έπρεπε να γνωρίζεται τι γράφω και να σας πείσω.



ΕΠΙΘΥΜΩ ΜΕ ΠΕΙΣΜΑ

Αγαπητοί Λαυριώτες Πατέρες,


Την αποκατάσταση του Πατρός Σάββα στην πρότερη τιμητική θέση που του δώσατε με ειρηνική καρδιά πριν από λίγα χρόνια, την χαροποιό πνευματική προκοπή του, την ανάδειξη του ως Λαυριώτη μοναχού και την σωτηρία του.


Επιθυμώ με ΠΕΙΣΜΑ, την χαροποιό αποκατάσταση των σχέσεων με τον πατέρα Σάββα όλων των Λαυριωτών Πατέρων, την μόνιμη εγκατάσταση της ειρήνης και αγάπης του Χριστού μας στις καρδιές όλων σας, την Ορθόδοξο πνευματική λάμψη της Λαύρας, του Αγίου Όρους και του Χριστεπώνυμου πληρώματος και την σωτηρίας όλων σας.


Επειδή θέλω να μιμηθώ αμέσως τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, επίσης επιθυμώ με ΠΕΙΣΜΑ τη διακοπή των σχέσεων του Πατριάρχη Βαρθολομαίου με τον αντίχριστο πάπα και την αίρεση του οικουμενισμού και την πανθρησκεία που ετοιμάζεται.


Σας αγαπάει ο Θεός μας και θέλει να σας σώσει Λαυριώτες αδελφοί. Κάντε κάτι για τον εαυτό σας, θα χαρούμε να το μάθουμε.


Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΝΣΟΦΟΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΑΣ



Την ίδια σοφία που χρησιμοποίησε ο Ιησούς μας για να μετοικήσει αρχαίους και νεότερους μαθητές του, από την μέριμνα του κόσμου, στην αμεριμνησία. την ησυχία και την προσευχή του Αγίου Όρους, για να γίνουν Άγιοι και να σωθούν χρησιμοποίησε και τους νεότερους Λαυριώτες πατέρες και τον πατέρα Σάββα.


Είμαι βέβαιος  και το γράφω, ότι όλοι οι πατέρες στη Λαύρα αποτελούν σπανιότατες ιδιοπροσωπίες και προσωπικότητες αρεστές στον Θεό. Από την διαρκή αγία χρήση του αυτεξουσίου των, που κάνουν οι πατέρες εξαρτάται και η ανάπτυξη Θείας αγάπης με τον Χριστό μας και η διατήρηση επί μακρών και έως τέλους του πρώτου πείσματος, που είναι καθ' όλα άγιο και αρεστό στον Θεό μας, αφού και εκείνος με αυτό μας αγαπάει τρελά και θέλει να σωθούμε.


Προ γνώριζε, Γι'αυτο και προόρισε


Να γίνει ο Πατήρ Σάββας, Λαυριώτης μοναχός, ο Σοφός Ιησούς Χριστός μας και ως παντογνώστης προ γνώριζε τον χαρακτήρα, την κραυγή, την συμμετοχή του γένους των Κρητών στην Ρωμιοσύνη, την προοδότου στην Λαύρα. Τον τοποθέτησε εκεί για να να καλύψει κενά ή να δυναμώσει πτέρυγες πνευματικές στις δύσκολες ημέρες που έρχονται.


Είμαι βέβαιος ότι και για τους άλλους Λαυριώτες είχε σχεδιάσει κάτι παρόμοιο σοφό. Όμως οι Λαυριώτες ακολούθησαν τον σοφό σχεδιασμό; Αν η πρώτη αγάπη και το πρώτο Θείο Πείσμα εφύγη κατά την διάρκεια του χρόνου σε μερικές καρδιές, και αντίθετα στην καρδιά του π. Σάββα, είκοσι χρόνια μετά διατηρήθηκε και ίσως αυξήθηκε, ποιος μπορεί να τον μέμφεται γι΄αυτό;


Αν αυτή είναι η αιτία της αντιπαλότητας, δεν είναι ο πατήρ Σάββας άξιος επαίνου που στηρίζει με πείσμα τα ορθόδοξα δόγματα, την ορθόδοξο παράδοση και ορθόδοξο Χριστιανική ηθική; Δεν είναι αυτός ο θεματοφύλακας; Όντως αυτός είναι.


Παύσετε ευλογημένοι να καταδικάζεται τον π. Σάββα γιατί καταδιώκεται το σχέδιο του Ιησού μας για τη Σωτηρία του Πατρός, το καλό της Λαύρας, το καλό για εσάς, το Άγιον Όρος και επέκεινα.


Κλείνοντας αυτή την όλο αγάπη Χριστού και πόνο επιστολή μου για καταλλαγή, θέλω να προσθέσω και το εξής: 


Ας έχουμε το νου μας

Το έχω γράψει και σε παλαιότερη ανάρτηση. Από τις αποκαλύψεις που γίνονται για θέματα ορθοδόξου πίστεως και προδοσίας της ορθοδοξίας, μπορεί από αγανάκτηση να κατέβει μίσος στην καρδιά μας κατά προσώπων. Κλειδί σωτηρίας στην προκείμενη περίπτωση είναι να μη κλείσουμε την καρδιά μας με το μίσος μέσα της, γιατί σ' αυτή την καρδιά δεν θα μπει ποτέ ο Χριστός και έτσι χάνουμε όλη την προοπτική σωτηρίας μας. Προσευχή λοιπόν υπέρ πάντων και του Πατριάρχου Βαρθολομαίου, διότι ο Ιησούς Χριστός θέλει "πάντας σωθήναι και εις επίγνωση αληθείας έλθει".




 Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση. 


Ο Κύριος Ιησούς Χριστός
και η Υπεραγία Μητέρα Του
η επονομαζομένη 
Παναγία Αρβανίτισσα 
να σας ευλογούν.
Γέρων Νεκτάριος Μοναχός
Αγιορείτης



Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2016

Κύπρος 1974:Μνήμη Εβριτών Καταδρομέων Χ. Χατζόπουλου και Χ.Δοιτσίδη - Δίκη - Kαταδίκη γέροντος ΣΑΒΒΑ Λαυριώτη.

01/08/2016


ἐν Ἀγίῳ Ὄρει τῇ 13/26-7-2016 Σύναξις
Άρχαγγέλου Γαβριήλ, Στεφάνου
Σαββαΐτου

Ὁ διωγμὸς τῶν ὀρθοδόξων μοναχῶν ἐντὸς τοῦ Ἁγ. Ὄρους πλέον κλιμακώνεται. Ἐχθὲς ἔλαβε χώρα στὴν Ἱ.Μ.Μ. Λαύρας ἡ -ἐρήμην- δίκη τοῦ ὁμολογητοῦ μοναχοῦ Σάββα. Ἐρήμην διότι, ἐνῶ ἀπαιτεῖτο ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ἐν λόγῳ μοναχοῦ κοντὰ στὸν ἀσθενοῦντα πατέρα του (ἒχοντος καρκῖνο τελικοῦ σταδίου), οἱ διοικοῦντες, καίτοι ἐγνώριζαν τὸ πρόβλημα, ἐπροχώρησαν ἐσπευσμένα στὴν ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ κατηγορουμένου δίκη-καταδίκη του. Ὡς ἀφορμὴ τῆς δίκης ἦταν ἡ κοινοποιηθεῖσα ἐπιστολὴ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κυδωνίας καὶ Ἀποκορώνου (Χανίων Κρήτης), πρὸς τὴν Ἱ.Μ.Μ. Λαύρας, τὴν Ἱερὰ Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους καθῶς καὶ τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποῖα, συκοφαντικῶς, ἐκατηγορεῖτο ὁ γέρων Σάββας γιὰ πρόκληση "ταραχῆς" στὸ ποίμνιο τῆς ἐν λόγῳ μητροπόλεως. Τὸ ὀρθόδοξο πεπαρρησιασμένο κήρυγμα ἑνὸς ἁγιορείτου μοναχοῦ, ὁ ὁποῖος στοιχῶντας στὸ διαχρονικὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖο ἐκφράζεται χαρακτηριστικὰ διὰ τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου ἤτοι: "ἔργον δὲ μοναχοῦ μηδὲ τὸ τυχὸν ἀνέχεσθαι καινοτομεῖσθαι τὸ εὐαγγέλιον" (PG 99, 1049), ἐνόχλησε τοὺς οἰκουμενιστές, οἱ ὁποίοι καὶ "ἐτάχυναν εἰς τὸ διῶξαι". Ἡ σύναξη τῆς Μονῆς προχώρησε ἔτσι στὴν ἐπιβολὴ τῆς ποινῆς τῆς ἔκπτωσης ἐκ τοῦ ἀξιώματος τοῦ προϊσταμένου, δηλαδὴ στὴν ἐκβολὴ τοῦ πατρὸς Σάββα ἐκ τῆς Γεροντίας τῆς Μονῆς. Χαρακτηριστικὴ ἐπίσης εἶναι ἡ ἄρνηση, τόσο τῆς Μονῆς ὅσο καὶ τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος, καὶ τοῦτο κατὰ πλήρη παράβαση τῶν ἁρμοδίων ἄρθρων τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη τοῦ Ἁγίου Ὄρους, στὸ αἴτημα τοῦ γέροντος Σάββα ἀποστολῆς τοῦφακέλου μὲ τὸ ἔγγραφο κατηγορητήριο καὶ τὴν ἐπίσης ἔγγραφη καὶ ἐνυπόγραφη (ἐκ τῶν μελῶν τῆς συνάξεως) καταδίκης του. Καθηκόντως ἐνημερώνουμε τὸ πιστὸ Λαὸ τοῦ Θεοῦ γιὰ τὶς νέες αὐτὲς ἐξελίξεις καὶ ἀναμένουμε τὶς ἀπαντήσεις ἐκ τῆς Μονῆς καθῶς καὶ ἐκ τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος.

Ἁγιορεῖτες Πατέρες


Κύπρος 1974:Μνήμη Εβριτών Καταδρομέων Χ. Χατζόπουλου και Χ.Δοιτσίδη



Θ. Μαλκίδης


Κύπρος 1974:Μνήμη Εβριτών Καταδρομέων Χ. Χατζόπουλου και  Χ.Δοιτσίδη


Η ιστορική σχέση Θράκης και Κύπρου ξεκινά από το 449 π.Χ., όταν ο Κίμωνας έφτασε με τις αθηναϊκές τριήρεις στις Κυπριακές ακτές , για να ελευθερώσει τους συμπατριώτες του. Μαζί του και ο Διονύσιος από την Καρδία, ο Θρακιώτης στρατιωτικός που η επιτύμβια στήλη του βρέθηκε στην κατεχόμενη σήμερα Λύση, στον τόπο καταγωγής του Γρηγόρη Αυξεντίου.
Αργότερα, όταν η Θράκη ήταν υπόδουλη, η σχέση της με την Κύπρο θα έχει και άλλη θυσία, όταν ο άγιος νεομάρτυρας Μιχαήλ από την Κύπρο, θα θανατωθεί από τους Οθωμανούς στα 1834, μαζί με άλλους τέσσερις Σαμοθρακίτες (Γεώργιος, Εμμανουήλ, Θεόδωρος, Γεώργιος). Ο 20ος αιώνας θα δυναμώσει περισσότερο τη σχέση αυτή, όταν μαθητές και μαθήτριες διαδήλωναν σε όλη τη Θράκη, κατά της αγγλικής σκλαβιάς και κατοχής της Κύπρου, δίνοντας το δικό τους αγώνα συμπαράστασης στον απελευθερωτικό αγώνα του Κυπριακού Ελληνισμού.
Τον Ιούλιο όμως του 1974 γράφεται το αποκορύφωμα της ιστορικής αυτής σχέσης, όταν οι μαχητές της Κύπρου, οι Έλληνες καταδρομείς χάνουν της ζωή τους. Αναμεσά τους οι καταγόμενοι από το νομό Έβρου Χριστόδουλος Δοιτσίδης και Χρήστος Χατζόπουλος, τους οποίους προτείναμε και εμπνευσμένες τοπικές ηγεσίες αποδέχθησαν, να τιμηθούν. Για την ηρωική αυτή θυσία ανεγέρθηκε προς τιμήν τους μνημείο στη Λευκωσία και στη Σούδα, απονεμήθηκαν τιμητικές διακρίσεις από τους εφέδρους καταδρομείς της Κύπρου, από την 35η Μοίρα Καταδρομών Κύπρου, από το Σύλλογο Εφέδρων Καταδρομέων Αλεξανδρούπολης, από το Σύλλογο Υπαλλήλων ΟΤΕ Κύπρου, το Σύλλογο Κυπρίων Έβρου, καθώς και από το διοικητή της Σούδας, ενώ οδοί σε διάφορες πόλεις του νομού Έβρου φέρουν το όνομά τους, ως ελάχιστη υπόμνηση της θυσίας των δύο νέων ανθρώπων για την ελευθερία. Για αυτή τη θυσία άλλωστε των νέων συμπατριωτών μας αξίζει κάποιος να αγωνιστεί για την πραγματική απελευθέρωση του Ελληνισμού στην Κύπρο. Η μνήμη τους να μας συντροφεύει και να μας εμπνέει!

_____________________
Χριστόδουλος Δοϊτσίδης
Γεννήθηκε το 1954 στην Καρωτή Διδυμοτείχου του νομού Έβρου και σπούδασε χορό στη Σχολή της Δόρας Στράτου στην Αθήνα, ενώ παράλληλα εργαζόταν ως υδραυλικός. Στις 23 Απριλίου 1974, γιορτή του Αγίου Γεωργίου, πολιούχου της Καρωτής, χόρεψε στο χωριό του με το συγκρότημα της Δόρας Στράτου και τρεις μέρες μετά κατατάχτηκε ως στο Σώμα Καταδρομών στο Μεγάλο Πεύκο.

Συνέχισε την εκπαίδευσή του στις καταδρομές στη Ρεντίνα και ύστερα στη Σούδα της Κρήτης. Στις 22 Ιουλίου 1974, μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, στάλθηκε εκεί μαζί με άλλους συναδέλφους του για την υπεράσπισή της, αλλά καταρρίφθηκε το αεροπλάνο που τους μετέφερε και πέρασε στην αθανασία σε ηλικία μόλις είκοσι ετών.

Χρήστος Χατζόπουλος

Γεννήθηκε στο Ελαφοχώρι Διδυμοτείχου του νομού Έβρου το 1952 και φοίτησε εκεί στο Δημοτικό Σχολείο και στη συνέχεια στο εξετάξιο Γυμνάσιο Διδυμοτείχου. Διαθέτοντας αξιόλογα αθλητικά προσόντα, υπήρξε αθλητής και ποδοσφαιριστής και πέτυχε να εισαχθεί στη Γυμναστική Ακαδημία.
Στις 26 Απριλίου 1974 κατατάχθηκε ως στο Σώμα Καταδρομών στο Μεγάλο Πεύκο. Συνέχισε την εκπαίδευσή του στις καταδρομές στη Ρεντίνα και ύστερα στη Σούδα της Κρήτης. Στις 22 Ιουλίου 1974, μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, στάλθηκε εκεί μαζί με άλλους συναδέλφους του για την υπεράσπισή της, αλλά καταρρίφθηκε το αεροπλάνο που τους μετέφερε και πέρασε στην αθανασία σε ηλικία μόλις εικοσιδύο χρόνων.











Ο Κύριος Ιησούς Χριστός
και η Υπεραγία Μητέρα Του
η επονομαζομένη 
Παναγία Αρβανίτισσα 
να σας ευλογούν.
Γέρων Νεκτάριος Μοναχός
Αγιορείτης 

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

Ἐπιστολὴ – καταπέλτης ἀπὸ τὸν καθηγητὴ Δημήτριο Τσελεγγίδη, ἐναντίον τῆς «Συνόδου τῆς Κρήτης» μὲ ἀποδέκτες τοὺς Ἱεράρχες!

28/07/2016





Εἰκόνα τοῦ «Ῥωμαίικου Ὁδοιπορικοῦ»
Ἐπιστολὴ ἀπὸ τὸν καθηγητὴ δογματικῆς τῆς Θεολογικῆς ΑΠΘ κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη

Θεσ­σα­λο­νί­κη 20/7/2016 

ΣΥΝ­ΤΟ­ΜΗ Α­ΠΟ­ΤΙ­ΜΗ­ΣΗ ΤΗΣ «Α­ΓΙ­ΑΣ ΚΑΙ ΜΕ­ΓΑ­ΛΗΣ ΣΥ­ΝΟ­ΔΟΥ»
ΣΤΟ ΚΟ­ΛΥΜ­ΠΑ­ΡΙ ΤΗΣ ΚΡΗ­ΤΗΣ (19-26/07/2016)

Μα­κα­ρι­ώ­τα­τε Πρό­ε­δρε, Σε­βα­σμι­ώ­τα­τοι Ἀρ­χι­ε­ρεῖς,

Σᾶς ἀ­πο­στέλ­λω, εὐ­λα­βῶς, μιά πε­ρι­ε­κτι­κή ἀ­πο­τί­μη­ση γιά τήν «Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δο» καί Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, νά κά­νε­τε τόν κό­πο νά τήν με­λε­τή­σε­τε, ἐ­πει­δή πι­στεύ­ω, ὅ­τι θά μπο­ροῦ­σε νά βο­η­θή­σει, κά­πως, στήν ὑ­πεύ­θυ­νη συ­ζή­τη­ση πού θά γί­νει στή Σύ­νο­δο τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, ὅ­ταν αὐ­τή συ­νέλ­θει. Ἡ ἀ­πο­τί­μη­σή μας θά κι­νη­θεῖ σέ δύ­ο ἐ­πί­πε­δα. Τό πρῶ­το ἐ­πί­πε­δο θά ἀ­φο­ρᾶ τήν ἀ­πο­τί­μη­ση ὡς πρός τό τυ­πι­κό καί Κα­νο­νι­κό μέ­ρος τῆς Συ­νό­δου, ἐ­νῶ τό δεύ­τε­ρο ἐ­πί­πε­δο θά ἀ­φο­ρᾶ τήν ἀ­πο­τί­μη­ση ὡς πρός τό οὐ­σι­α­στι­κό μέ­ρος της. 

Ὡς πρός τήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή τυ­πι­κό­τη­τα καί Κα­νο­νι­κό­τη­τά της, ἡ λε­γο­μέ­νη «Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δος» -θε­ο­λο­γι­κά κρι­νό­με­νη- δέν εἶ­ναι «Ἁ­γί­α», κα­τά κυ­ρι­ο­λε­ξί­α. Καί τοῦ­το, ἐ­πει­δή δέν εἶ­ναι «ἑ­πο­μέ­νη τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι», οὔ­τε τυ­πι­κῶς οὔ­τε οὐ­σι­α­στι­κῶς, ὅ­πως θά γί­νει φα­νε­ρό μέ... ὅ­σα θά ποῦ­με στή συ­νέ­χεια. Δέν εἶ­ναι ὅ­μως καί «Με­γά­λη», ὄ­χι μό­νον ἐ­πει­δή δέν ἦ­ταν πα­ροῦ­σες ὅ­λες οἱ Αὐ­το­κέ­φα­λες Ἐκ­κλη­σί­ες, ἀλ­λά κυ­ρί­ως, για­τί ἦ­ταν σέ αὐ­τήν πο­λύ μι­κρή καί ἐ­πι­λεγ­μέ­νη ἡ ἀν­τι­προ­σώ­πευ­σή τους ἀ­πό τούς κα­τά τό­πους Ἀρ­χι­ε­ρεῖς. Τό ση­μαν­τι­κό­τε­ρο, ὅ­μως, ἐν προ­κει­μέ­νῳ εἶ­ναι, ὅ­τι ἡ «Σύ­να­ξη» αὐ­τή τῶν Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων δέν μπο­ρεῖ νά χα­ρα­κτη­ρι­στεῖ -μέ αὐ­στη­ρά θε­ο­λο­γι­κά κρι­τή­ρια- οὔ­τε κἄν ὡς μί­α Το­πι­κή Σύ­νο­δος. Πρό­κει­ται, μᾶλ­λον, γιά μιά ἰ­δι­ό­τυ­πη, δι­ηυ­ρυ­μέ­νη, «Προ­συ­νο­δι­κή Δι­ά­σκε­ψη Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων» μέ δέ­κα Προ­κα­θη­μέ­νους, ἤ γιά ἕ­να «Συ­νέ­δριο» δέ­κα συγ­κε­κρι­μέ­νων Αὐ­το­κε­φά­λων Ἐκ­κλη­σι­ῶν, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀν­τι­προ­σω­πεύ­τη­καν ἀ­πό τούς Προ­κα­θη­μέ­νους τους καί τό πο­λύ ἀ­πό 24 κα­τ’ ἐ­πι­λο­γήν Ἀρ­χι­ε­ρεῖς. 

Εἴ­πα­με, ὅ­τι ἡ ἐν λό­γῳ «Δι­ά­σκε­ψη» ἤ τό «Συ­νέ­δριο» αὐ­τό δέν εἶ­ναι κἄν μί­α Το­πι­κή Σύ­νο­δος, για­τί στήν Το­πι­κή Σύ­νο­δο συ­νέρ­χον­ται καί ψη­φί­ζουν ὅ­λοι οἱ με­τέ­χον­τες σ’ αὐ­τήν Ἀρ­χι­ε­ρεῖς. Στήν πα­ροῦ­σα ὅ­μως «Δι­ά­σκε­ψη-Συ­νέ­δριο», σύμ­φω­να μέ τόν Κα­νο­νι­σμό Λει­τουρ­γί­ας της, ψῆ­φο εἶ­χαν μό­νο οἱ πα­ρόν­τες δέ­κα Προ­κα­θή­με­νοι. Ἡ πρά­ξη αὐ­τή εἶ­ναι πρω­το­φα­νής στήν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή μας Ἱ­στο­ρί­α καί αὐ­θαί­ρε­τη καί δέν συ­νά­δει κα­θό­λου μέ τήν ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρα πρα­κτι­κή τῶν ἕ­ως σή­με­ρα Ὀρ­θο­δό­ξων Συ­νό­δων, οἱ ὁ­ποῖ­ες προ­ϋ­πο­θέ­τουν τήν ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ἰ­σό­τη­τα ὅ­λων τῶν Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων, πρᾶγ­μα πού ἐμ­φαί­νε­ται στήν ἰ­σό­τι­μη ψῆ­φο τους. Κα­νείς ἀ­πο­λύ­τως Ἐ­πί­σκο­πος –μη­δέ τοῦ Προ­έ­δρου τῆς Συ­νό­δου ἐ­ξαι­ρου­μέ­νου– δέν εἶ­ναι «ἄ­νευ ἴ­σων» συ­νε­πι­σκό­πων του. Αὐ­τό πού ἴ­σχυ­σε στήν πα­ροῦ­σα «Δι­ά­σκε­ψη» πα­ρα­πέμ­πει ἐμ­μέ­σως σέ μί­α σα­φῆ μορ­φή Πα­πι­σμοῦ, ἔ­στω κι ἄν ἡ ψῆ­φος τῶν Προ­κα­θη­μέ­νων ἔ­χει συλ­λο­γι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα.

Κα­τά συ­νέ­πεια, οἱ ἀ­πο­φά­σεις τῆς πα­ρα­πά­νω «Προ­συ­νο­δι­κῆς Δι­ά­σκε­ψης», ἤ τοῦ πα­ρα­πά­νω «Ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κοῦ Συ­νε­δρί­ου», δέν ἔ­χουν δε­σμευ­τι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα. Ἄ­ρα καί καμ­μί­α ἰ­σχύ, ὄ­χι μό­νο γιά ὅ­λη τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἀλ­λά καί γιά τίς Το­πι­κές Αὐ­το­κέ­φα­λες Ἐκ­κλη­σί­ες, πού ἀν­τι­προ­σω­πεύ­τη­καν στό «Ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κό» αὐ­τό «Συ­νέ­δριο» -ὅ­λως ἀ­θέ­σμως-, ἀ­φοῦ οἱ με­τέ­χον­τες Ἀρ­χι­ε­ρεῖς δέν εἶ­χαν δι­καί­ω­μα ψή­φου. Ἀλ­λά οἱ ἀ­πο­φά­σεις εἶ­ναι ἄ­κυ­ρες καί γιά τόν πρό­σθε­το λό­γο τῆς ἀρ­χῆς τῆς Ὁ­μο­φω­νί­ας, ἡ ὁ­ποί­α πα­ρα­βι­ά­στη­κε μέ τήν μή πα­ρου­σί­α τῶν τεσ­σά­ρων Πα­τρι­αρ­χεί­ων (Ἀν­τι­ο­χεί­ας, Ρω­σί­ας, Βουλ­γα­ρί­ας, Γε­ωρ­γί­ας). 

Ἐ­πι­προ­σθέ­τως οἱ ἀ­πο­φά­σεις τῆς ἰ­δι­όρ­ρυθ­μης «Συ­νό­δου» τοῦ Κο­λυμ­πα­ρί­ου δέν εἶ­ναι δε­σμευ­τι­κές γιά τήν Ἑλ­λα­δι­κή Ἐκ­κλη­σί­α καί γιά ἕ­ναν πρό­σθε­το λό­γο. Ὁ Προ­κα­θή­με­νος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, ἀν­τί νά ὑ­πο­στη­ρί­ξει τήν ὁ­μό­φω­νη θέ­ση τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας στό Στ΄ Κεί­με­νο, εἰ­ση­γή­θη­κε ἄλ­λη θέ­ση, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἀ­πο­δε­κτή ἀ­πό τίς ἐν­νέ­α ἄλ­λες Αὐ­το­κέ­φα­λες Ἐκ­κλη­σί­ες. Πρα­κτι­κῶς, αὐ­τό ση­μαί­νει, ὅ­τι ἡ θέ­ση τοῦ Σώ­μα­τος τῆς Ἑλ­λα­δι­κῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας δέν ἐκ­προ­σω­πή­θη­κε, ὁ­πό­τε μέ βά­ση τόν Κα­νο­νι­σμό Λει­τουρ­γί­ας τῆς «Δι­ά­σκε­ψης», στό Στ΄ Κεί­με­νο δέν ὑ­πῆρ­ξε ὁ­μο­φω­νί­α. Ἄ­ρα, τό Κεί­με­νο εἶ­ναι ἄ­κυ­ρο. 

Καί τώ­ρα, ἡ ἀ­πο­τί­μη­ση τοῦ οὐ­σι­α­στι­κοῦ μέ­ρους τῆς ἰ­δι­ό­τυ­πης «Συ­νό­δου». Κα­τ’ ἀρ­χήν, ὀ­φεί­λου­με νά ποῦ­με γε­νι­κῶς, ὅ­τι στή λε­γό­με­νη «Σύ­νο­δο» τοῦ Κο­λυμ­πα­ρί­ου τῆς Κρή­της ἐ­πι­χει­ρή­θη­κε μιά θε­σμι­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρα πνευ­μα­τι­κή ἔκ­πτω­ση ἀ­πό τή δογ­μα­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. [Λέ­με, ὅ­τι ἐ­πι­χει­ρή­θη­κε, ἐ­πει­δή –μέ βά­ση ὅ­σα εἴ­πα­με νω­ρί­τε­ρα– δέν προσ­δί­δου­με θε­σμι­κό ρό­λο στίς ἀ­πο­φά­σεις τῆς πα­ρα­πά­νω «Ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κῆς Δι­α­σκέ­ψε­ως»­]. Στήν Κρή­τη ὄ­χι μό­νο δέν κα­τα­δι­κά­σθη­κε καμ­μί­α ἑ­τε­ρο­δο­ξί­α (αἵ­ρε­ση), ἀλ­λά καί ἐ­πι­χει­ρή­θη­κε μιά φο­βε­ρή, θε­σμι­κῶς, ἔκ­πτω­ση ἀ­πό τήν συ­νο­δι­κῶς ὁ­ρι­ο­θε­τη­μέ­νη πί­στη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, μιά ἔκ­πτω­ση οὐ­σι­α­στι­κά ἀ­πό τόν «Ὅ­ρο Πί­στε­ως» τῆς Β΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου. Συγ­κε­κρι­μέ­να, πρό­κει­ται γιά τήν ἔκ­πτω­ση ἀ­πό τήν δογ­μα­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α τοῦ Συμ­βό­λου τῆς Πί­στε­ως, πού ἀ­να­φέ­ρε­ται στήν ταυ­τό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, κα­θ’ ἑ­αυ­τήν. 

Στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως ὁ­μο­λο­γοῦ­με, ὅ­τι πι­στεύ­ου­με «εἰς Μί­αν, Ἁ­γί­αν, Κα­θο­λι­κήν καί Ἀ­πο­στο­λι­κήν Ἐκ­κλη­σί­αν». Ὅ­μως, στή «Δι­ά­σκε­ψη» τῆς Κρή­της, δέ­κα Αὐ­το­κέ­φα­λες Ἐκ­κλη­σί­ες, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων καί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ἑλ­λά­δος, ἀ­πο­δέ­χθη­καν ἀ­θε­ο­λό­γη­τα τήν «Βα­πτι­σμα­τι­κή Θε­ο­λο­γί­α» καί ἔμ­με­σα τήν «Θε­ω­ρί­α τῶν Κλά­δων», ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας ὡς Ἐκ­κλη­σί­ες τούς Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κούς, τούς Μα­ρω­νῖ­τες, τούς Νε­στο­ρια­νούς, τούς Μο­νο­φυ­σῖ­τες Ἀν­τι­χαλ­κη­δο­νί­ους, τούς Μο­νο­θε­λῆ­τες, οἱ ὁ­ποῖ­οι κα­τα­δι­κά­στη­καν γιά τήν χρι­στο­λο­γι­κή τους αἵ­ρε­ση ἀ­πό σει­ρά Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων (ἀ­πό τήν Τρί­τη ἕ­ως καί τήν Ἕ­κτη), ἀλ­λά καί τήν παν­σπερ­μί­α τῶν Προ­τε­σταν­τῶν, πού ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ον­ται στό Παγ­κό­σμιο Συμ­βού­λιο τῶν λε­γο­μέ­νων Ἐκ­κλη­σι­ῶν. 

Ἀ­πο­τε­λεῖ πνευ­μα­τι­κή πα­ρα­φρο­σύ­νη καί πνευ­μα­τι­κό πρα­ξι­κό­πη­μα ἡ πρά­ξη τῆς ἀ­πό­πει­ρας γιά Συ­νο­δι­κή ἀ­πό­φα­ση στό Κο­λυμ­πά­ρι πρός ἀ­να­γνώ­ρι­ση ὡς Ἐκ­κλη­σι­ῶν τῶν κα­τα­δι­κα­σθέν­των αἱ­ρε­τι­κῶν ἀ­πό Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους. Αὐ­τό, στήν πρά­ξη, εἶ­ναι συγ­κρη­τι­σμός καί Οἰ­κου­με­νι­σμός. Δέν κι­νή­θη­κε ὁ θυ­μός –τό ἔλ­λο­γο νεῦ­ρο τῆς ψυ­χῆς- τῶν «Συ­νο­δι­κῶν» Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων πρός τούς νο­η­τούς λύ­κους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἀ­πε­ναν­τί­ας, οἱ «λύ­κοι» ὀ­νο­μά­στη­καν «πρό­βα­τα» τῆς μί­ας καί μό­νης λο­γι­κῆς ποί­μνης, τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἐκ τοῦ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος συμ­πε­ραί­νου­με, ὅ­τι στήν Κρή­τη δέν ἔ­γι­νε ἡ ἀ­να­με­νό­με­νη ἀ­πό τό εὐ­λα­βές πλή­ρω­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας «σύ­σκε­ψη» τῶν «Συ­νο­δι­κῶν» Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων μέ τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, οὔ­τε καί λει­τούρ­γη­σε ἡ «σφεν­δό­νη» τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος γιά τήν ἐκ νέ­ου κα­τα­δί­κη τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν. 

Εἰ­δι­κό­τε­ρα, γιά τούς Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κούς, λε­κτι­κῶς, ὁ­μο­λο­γή­σα­με τήν πί­στη μας στόν Ὅ­ρο τῆς Β΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, πρα­κτι­κῶς ὅ­μως ἀ­κυ­ρώ­σα­με αὐ­τήν τήν πί­στη, ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας ὡς Ἐκ­κλη­σί­ες, ὄ­χι μό­νον αὐ­τούς, ἀλ­λά καί ἄλ­λες Χρι­στι­α­νι­κές Κοι­νό­τη­τες, πού ἀν­τί­κειν­ται στόν Ὅ­ρο αὐ­τό, διά τοῦ f­i­l­i­o­q­ue. Ὡς γνω­στόν, ἡ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε προ­σθή­κη στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως -ἀ­κό­μη καί ἡ ἑρ­μη­νευ­τι­κῶς σω­στή- κα­τα­δι­κά­ζε­ται ἀ­πό ὅ­λες τίς Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους με­τά τήν Γ΄ (συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης) καί ὅ­σοι τό κά­νουν, ὁ­ρί­ζε­ται νά κα­θαι­ροῦν­ται καί νά ἀ­φο­ρί­ζον­ται ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α. Σα­φῶς, λοι­πόν, τό f­i­l­i­o­q­ue, ὡς προ­σθή­κη, κα­τα­δι­κά­ζε­ται -ἔμ­με­σα, αὐ­το­μά­τως καί ἑ­τε­ρο­χρο­νι­σμέ­να- ἀ­πό Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους, ὡς αἵ­ρε­ση, ἀ­φοῦ ἐκ­πί­πτουν ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­σοι τό υἱ­ο­θε­τοῦν, ὡς προ­σθή­κη, κα­τά τήν ἀ­πό­φα­ση τῶν ἀ­νω­τέ­ρω Συ­νό­δων. Γι’ αὐ­τό καί ἡ ἑ­τε­ρο­δο­ξί­α τοῦ f­i­l­i­o­q­ue τῶν Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κῶν καί ὅ­λων τῶν Προ­τε­σταν­τῶν εἶ­ναι κα­τε­γνω­σμέ­νη αἵ­ρε­ση. 

Ἄλ­λω­στε, ἡ προ­σθή­κη τοῦ f­i­l­i­o­q­ue κα­τα­δι­κά­στη­κε ἐ­πί Με­γά­λου Φω­τί­ου στήν Σύ­νο­δο τοῦ 879/80 (Η΄ Οἰ­κου­με­νι­κή), ὅ­που με­τεῖ­χε καί ἀν­τι­προ­σω­πεί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ρώ­μης, ἐ­νῶ κα­τα­δι­κά­στη­καν καί ἄλ­λες κα­κο­δο­ξί­ες τοῦ Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμοῦ γιά τήν ταύ­τι­ση οὐ­σί­ας καί ἐ­νερ­γεί­ας στόν Τρι­α­δι­κό Θε­ό καί γιά τόν κτι­στό χα­ρα­κτῆ­ρα τῆς θεί­ας Χά­ρι­τος, στίς Συ­νό­δους τοῦ 1331 καί 1351. Ἀλ­λά καί ὁ Προ­τε­σταν­τι­σμός κα­τα­δι­κά­στη­κε ἀ­πό σει­ρά Συ­νό­δων στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἀ­να­το­λή (1638, 1642, 1691). 

Κα­τά συ­νέ­πεια, δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν σέ ἕ­να Συ­νο­δι­κό δογ­μα­τι­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρα Κεί­με­νο νά μήν ὑ­πάρ­χει θε­ο­λο­γι­κή ἀ­κρί­βεια καί οἱ ἑ­τε­ρό­δο­ξοι νά ἀ­να­γνω­ρί­ζον­ται ὡς Ἐκ­κλη­σί­ες. Αὐ­τό θά σή­μαι­νε, ἤ ὅ­τι γί­νε­ται συ­νει­δη­τή ἔκ­πτω­ση στό ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κό δόγ­μα, ἤ ὅ­τι ὑ­πάρ­χει δι­γλωσ­σί­α, μέ ὅ,τι αὐ­τό συ­νε­πά­γε­ται. 

Μέ τήν ψή­φι­ση τοῦ Στ΄ Κει­μέ­νου, πού χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται γιά τίς σκό­πι­μες ἀ­σά­φει­ες καί ἰ­δι­αί­τε­ρα γιά τίς θε­ο­λο­γι­κές ἀν­τι­φά­σεις του, ἡ «Ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κή Δι­ά­σκε­ψη» στήν Κρή­τη κα­το­χύ­ρω­σε θε­σμι­κά τόν Οἰ­κου­με­νι­σμό, εἰ­σά­γον­τας ἔ­τσι καί προ­ω­θών­τας τήν ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή σύγ­χυ­ση στίς συ­νει­δή­σεις τῶν πι­στῶν. Ὑ­πεν­θυ­μί­ζω συγ­κε­κρι­μέ­να τήν πα­ρά­γρα­φο 16, ὅ­που ση­μει­ώ­νον­ται τά ἑ­ξῆς: «Ἕν ἐκ τῶν κυ­ρί­ων ὀρ­γά­νων ἐν τῇ Ἱ­στο­ρί­ᾳ τῆς Οἰ­κου­με­νι­κῆς κι­νή­σε­ως εἶ­ναι τό Παγ­κό­σμιον Συμ­βού­λιον Ἐκ­κλη­σι­ῶν (ΠΣΕ)­.­.. Πα­ραλ­λή­λως, ὑ­φί­σταν­ται καί ἄλ­λοι δι­α­χρι­στι­α­νι­κοί ὀρ­γα­νι­σμοί καί πε­ρι­φε­ρεια­κά ὄρ­γα­να, ὡς ἡ «Δι­ά­σκε­ψις τῶν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν» (ΚΕΚ), τό «Συμ­βού­λιον Ἐκ­κλη­σι­ῶν Μέ­σης Ἀ­να­το­λῆς (ΣΕ­ΜΑ) καί τό «Πα­να­φρι­κα­νι­κόν Συμ­βού­λιον Ἐκ­κλη­σι­ῶν». Ταῦ­τα με­τά τοῦ Παγ­κο­σμί­ου Συμ­βου­λί­ου Ἐκ­κλη­σι­ῶν τη­ροῦν ση­μαν­τι­κήν ἀ­πο­στο­λήν διά τήν προ­ώ­θη­σιν τῆς ἑ­νό­τη­τος τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ κό­σμου». 

Τήν ἀ­πο­δο­χή τοῦ ὅ­ρου «Ἐκ­κλη­σί­α», γιά τούς ἑ­τε­ρο­δό­ξους καί ἰ­δι­αί­τε­ρα γιά τούς Προ­τε­στάν­τες, συ­ναν­τοῦ­με κα­τά κό­ρον καί στίς πα­ρα­γρά­φους 19 καί 21, στό ἴ­διο Κεί­με­νο. Ἡ πα­ρα­πά­νω δι­α­τύ­πω­ση ση­μαί­νει, ὅ­τι ἐ­μεῖς, ὡς Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, συμ­φω­νοῦ­με πώς οἱ ἑ­τε­ρό­δο­ξοι-αἱ­ρε­τι­κοί συμ­βάλ­λουν ση­μαν­τι­κά στήν προ­ώ­θη­ση τῆς ἑ­νό­τη­τας τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ κό­σμου! Ἀ­πό ἐ­δῶ πι­στο­ποι­εῖ­ται, ὅ­τι, ὅ­σοι ψή­φι­σαν καί ὅ­σοι ὑ­πέ­γρα­ψαν αὐ­τό τό Κεί­με­νο, δέν συ­νει­δη­το­ποί­η­σαν σί­γου­ρα, ὅ­τι «ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός ἔ­χει πνεῦ­μα πο­νη­ρί­ας καί κυ­ρι­αρ­χεῖ­ται ἀ­πό ἀ­κά­θαρ­τα πνεύ­μα­τα», κα­τά τήν χα­ρι­σμα­τι­κή ἐμ­πει­ρί­α τοῦ μα­κα­ρι­στοῦ Γέ­ρον­τος Ἐ­φραίμ τοῦ Κα­του­να­κι­ώ­τη. 

Ἡ θε­με­λια­κή θέ­ση τοῦ Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ εἶ­ναι ὁ δογ­μα­τι­κός πλου­ρα­λι­σμός. Αὐ­τό ση­μαί­νει, πρα­κτι­κά, τήν δογ­μα­τι­κά νο­μι­μο­ποι­η­μέ­νη συ­νύ­παρ­ξη δι­α­φο­ρε­τι­κῶν δογ­μα­τι­κῶς πί­στε­ων. Ὅ­ποι­ος ἀμ­φι­σβη­τεῖ τόν δογ­μα­τι­κό αὐ­τό πλου­ρα­λι­σμό, χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται φα­να­τι­κός καί φον­τα­μεν­τα­λι­στής. Πα­ράλ­λη­λα, οἱ Οἰ­κου­με­νι­στές δέν ἐ­πι­τρέ­πουν ἀ­ξι­ο­λο­γι­κές κρί­σεις γιά τήν ὀρ­θό­τη­τα, τήν ἀ­νω­τε­ρό­τη­τα ἤ τήν κα­τω­τε­ρό­τη­τα τῶν δι­α­φό­ρων θρη­σκει­ῶν. Στόν Οἰ­κου­με­νι­σμό ὅ­λοι χω­ροῦν. Για­τί ἡ ἑ­νό­τη­τα σ’ αὐ­τόν δέν ἐμ­πο­δί­ζε­ται ἀ­πό τήν ποι­κι­λί­α τῶν δι­α­φο­ρε­τι­κῶν πί­στε­ων, πρᾶγ­μα πού εἶ­ναι ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κά ἀ­πα­ρά­δε­κτο ἀ­πό Ὀρ­θό­δο­ξη ἄ­πο­ψη. 

Ὡς δογ­μα­το­λό­γος τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας, ἔ­χω τήν βα­θύ­τα­τη πε­ποί­θη­ση, ὅ­τι ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός εἶ­ναι ἡ με­γα­λύ­τε­ρη ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή αἵ­ρε­ση, ἀλ­λά καί ἡ ἐ­πι­κιν­δυ­νό­τε­ρη πο­λυ­αί­ρε­ση, πού ἐμ­φα­νί­στη­κε πο­τέ στήν Ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Καί τοῦ­το, για­τί ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός, ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ συγ­κρη­τι­στι­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρα του, συ­νι­στᾶ τήν πιό δό­λια ἀμ­φι­σβή­τη­ση τῆς πί­στε­ως τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀλ­λά καί τήν πιό σο­βα­ρή νό­θευ­σή της. Ἀμ­βλύ­νει σέ ἀ­πα­ρά­δε­κτο βαθ­μό τήν δογ­μα­τι­κή συ­νεί­δη­ση τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί δη­μι­ουρ­γεῖ σύγ­χυ­ση γύ­ρω ἀ­πό τήν ταυ­τό­τη­τα τῆς Πί­στε­ώς μας. Κε­νώ­νει πο­νη­ρά τήν ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα τῆς σώ­ζου­σας Πί­στε­ως τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας –πρᾶγ­μα πού ἔ­χει ὀ­λέ­θρι­ες σω­τη­ρι­ο­λο­γι­κές συ­νέ­πει­ες- μέ τό νά θε­ω­ρεῖ ὅ­λες τίς θρη­σκευ­τι­κές πί­στεις νό­μι­μες σω­τη­ρι­ο­λο­γι­κῶς, ὅ­ταν ὑ­πο­στη­ρί­ζει, ὅ­τι ὅ­λες οἱ ἑ­τε­ρό­δο­ξες καί ἑ­τε­ρό­θρη­σκες πί­στεις εἶ­ναι ὁ­δοί, πού ὁ­δη­γοῦν στήν ἴ­δια σω­τη­ρί­α. 

Ἀλ­λά, μέ ὅ­σα ἀν­τι­φα­τι­κά, ὡς πρός τήν Ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γί­α, γρά­φον­ται στό Στ΄ Κεί­με­νο, δί­νε­ται ἡ ἐν­τύ­πω­ση, ὅ­τι οἱ ἑ­τε­ρό­δο­ξοι χρι­στια­νοί ἐμ­παί­ζον­ται, ἀ­φοῦ στήν ἀρ­χή κα­το­νο­μά­ζον­ται ὡς «ἑ­τε­ρό­δο­ξες ἐκ­κλη­σί­ες», δη­λα­δή αἱ­ρε­τι­κοί, καί στή συ­νέ­χεια ὀ­νο­μά­ζον­ται Ἐκ­κλη­σί­ες. Δέν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νά ὑ­πο­τι­μοῦ­με τή νο­η­μο­σύ­νη τους. Κα­τα­λα­βαί­νουν κα­λῶς, ὅ­τι δέν τούς ἀ­γα­ποῦ­με ἀ­λη­θι­νά, για­τί δέν τούς λέ­με τήν ἀ­λή­θεια κα­θα­ρά. Τούς λέ­με ψέ­μα­τα, πώς εἶ­ναι Ἐκ­κλη­σί­ες. Καί μέ τόν τρό­πο αὐ­τό δέν τούς βο­η­θοῦ­με, για­τί δέν τούς κα­λοῦ­με σέ με­τά­νοι­α καί ἄρ­νη­ση τῶν δογ­μα­τι­κῶν πλα­νῶν τους, ὥ­στε νά ἐν­τα­χθοῦν στήν μό­νη ἀ­λη­θι­νή Ἐκ­κλη­σί­α, τήν Ὀρ­θό­δο­ξη. Εὐ­τυ­χῶς, ἀρ­κε­τοί Ἀρ­χι­ε­ρεῖς δέν ὑ­πέ­γρα­ψαν αὐ­τό τό Κεί­με­νο γιά δογ­μα­τι­κούς λό­γους. 

Στό Κεί­με­νο γιά «Τό Μυ­στή­ριον τοῦ Γά­μου καί τά Κω­λύ­μα­τα αὐ­τοῦ», δέν θά ἐ­πα­να­λά­βω, ὅ­σα σχε­τι­κά ἔ­γρα­ψα στήν πρώ­τη μου Ἐ­πι­στο­λή πρός τήν Ἱ­ε­ρά Σύ­νο­δο, στίς 3-2-2016, γιά νά μή Σᾶς κου­ρά­ζω. Θά προ­σθέ­σω μό­νο, ὅ­τι, ἐ­νῶ ὁ 72ος Κα­νό­νας τῆς Πεν­θέ­κτης Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, θέ­τει τίς ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κές –δογ­μα­τι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις γιά τήν ὕ­παρ­ξη τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ μυ­στη­ρί­ου τοῦ γά­μου, ἡ ἀ­πό­φα­ση τῆς «Δι­α­σκέ­ψε­ως» τῶν Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων στό Κο­λυμ­πά­ρι τῆς Κρή­της -ὅ­λως ἀν­τι-Κα­νο­νι­κῶς καί ἀ­ναρ­μο­δί­ως- δί­νει τήν δυ­να­τό­τη­τα στίς Το­πι­κές Αὐ­το­κέ­φα­λες Ἐκ­κλη­σί­ες νά ἀ­πο­κλί­νουν ἀ­πό τήν πε­ρί τῶν μυ­στη­ρί­ων δογ­μα­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Συγ­κε­κρι­μέ­να, ἡ προ­τα­θεῖ­σα εἰ­σή­γη­ση τῶν μι­κτῶν γά­μων ὡς οἰ­κο­νο­μί­α –πέ­ρα ἀ­πό τήν ἀν­τι­κα­νο­νι­κό­τη­τα καί τήν πα­ρα­νο­μί­α της, ἀλ­λά καί τό ὀ­ξύ­μω­ρο τῆς σχε­τι­κο­ποι­ή­σε­ως ἑ­νός Κα­νό­να (72) Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου (Πεν­θέ­κτης) ἀ­πό ἥσ­σο­να «Σύ­νο­δο», στήν ὁ­ποί­α πα­ρα­πέμ­πει τό θέ­μα -εἶ­ναι ἄ­κρως ἀ­θε­ο­λό­γη­τη, ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κῶς. 

Γι’ αὐ­τό, ἄλ­λω­στε, συ­νι­στᾶ­ται αὐ­στη­ρῶς ἀ­πό τόν 72ο Κα­νό­να ἡ ἀ­κύ­ρω­ση καί ἡ δι­ά­λυ­ση αὐ­τοῦ τοῦ γά­μου, ὡς πα­ρά­νο­μη ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κῶς συμ­βί­ω­ση. Ἡ πε­ραι­τέ­ρω μά­λι­στα θε­ο­λο­γι­κή τεκ­μη­ρί­ω­ση τοῦ Κα­νό­να, δέν ἀ­φή­νει κα­θό­λου πε­ρι­θώ­ρια γιά ὁ­ποι­α­δή­πο­τε οἰ­κο­νο­μί­α. «Οὐ γάρ χρή τά ἄ­μι­κτα μι­γνῦ­ναι», ση­μει­ώ­νει ὁ Κα­νό­νας, «οὐ­δέ τῷ προ­βά­τῳ τόν λύ­κον συμ­πλέ­κε­σθαι, καί τῇ τοῦ Χρι­στοῦ με­ρί­δι τόν τῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν κλῆ­ρον· εἰ δέ πα­ρα­βῇ τις τά πα­ρ’ ἡ­μῶν ὁ­ρι­σθέν­τα, ἀ­φο­ρι­ζέ­σθω». Δέν εἰ­ση­γεῖ­ται, δη­λα­δή, ὁ 72ος Κα­νό­νας οἰ­κο­νο­μί­α, ἀλ­λά ἐ­φι­στᾶ τήν προ­σο­χή γιά τήν σο­βα­ρό­τα­τη πα­ρα­νο­μί­α. Ἡ πα­ρέκ­κλι­ση ἀ­πό τόν συγ­κε­κρι­μέ­νο Κα­νό­να συ­νι­στᾶ σο­βα­ρό­τα­τη Κα­νο­νι­κή πα­ρα­νο­μί­α καί «πα­ρα­οι­κο­νο­μί­α», πού ἔ­χει, ἐ­πί­σης, σο­βα­ρό­τα­τες ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κές συ­νέ­πει­ες, ἀ­φοῦ ἀ­να­μει­γνύ­ει τά ἄ­μι­κτα σέ «ἄ­μι­κτη μί­ξη», «συμ­πλέ­κει» ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κῶς τό «πρό­βα­το» μέ τόν «λύ­κο» καί τήν «με­ρί­δα» τοῦ Χρι­στοῦ μέ τόν «κλῆ­ρο» τῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν. Τέ­τοι­α, ὅ­μως, μί­ξη εἶ­ναι ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κῶς ἀ­δι­α­νό­η­τη καί θε­ο­λο­γι­κῶς καί πνευ­μα­τι­κῶς ἀ­πα­ρά­δε­κτη. 

Στό Κεί­με­νο: «Ἡ Ἀ­πο­στο­λή τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας εἰς τόν σύγ­χρο­νον κό­σμον», δί­νε­ται ἡ ἐν­τύ­πω­ση, ὅ­τι ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται ὁ ἐγ­κι­βω­τι­σμός Ὀρ­θο­δό­ξων καί ἑ­τε­ρο­δό­ξων, ἐ­νί­ο­τε καί ἑ­τε­ρο­θρή­σκων. Τοῦ­το εἶ­ναι ἐμ­φα­νές, ὅ­ταν τά σχε­τι­ζό­με­να μέ τήν εἰ­ρή­νη, ἡ ὁ­ποί­α βι­ώ­νε­ται στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ὡς καρ­πός τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, λέ­γον­ται ἀ­προ­ϋ­πό­θε­τα καί γιά τούς ἐ­κτός αὐ­τῆς. Αὐ­τό, ὅ­μως, κε­νώ­νει στήν πρά­ξη τήν ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Θε­οῦ Λό­γου καί τήν ἴ­δια τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἐ­νό­σῳ ἀ­φή­νει νά ἐν­νο­η­θεῖ, ὅ­τι ἡ εἰ­ρή­νη τοῦ Χρι­στοῦ, ὡς ἄ­κτι­στη ἐ­νέρ­γειά Του, μπο­ρεῖ νά κα­τορ­θώ­νε­ται καί νά οἰ­κει­ώ­νε­ται καί ἐ­κτός αὐ­τῆς ἀ­πό ἑ­τε­ρο­δό­ξους, ἑ­τε­ρο­θρή­σκους καί ἀν­θρώ­πους ἁ­πλῶς «κα­λῆς θε­λή­σε­ως», ἐν­δε­χο­μέ­νως τό­τε καί ἀ­πό ἀ­θέ­ους. Αὐ­τό ὄ­χι μό­νο μαρ­τυ­ρί­α δέν συ­νι­στᾶ, ἀλ­λά προ­κα­λεῖ καί σύγ­χυ­ση ἀ­νά­με­σα στούς πι­στούς γιά τήν ταυ­τό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τῆς δε­δω­ρη­μέ­νης σ΄ αὐ­τήν «ἄ­νω­θεν εἰ­ρή­νης». 

Ὡς πρός τό ζή­τη­μα τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Δι­α­σπο­ρᾶς, ἔ­χου­με τήν γνώ­μη, ὅ­τι μέ τήν ἐν λό­γῳ «Ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κή Δι­ά­σκε­ψη» ἐ­πι­χει­ρή­θη­κε ἡ ἀν­τι­κα­νο­νι­κή -ἔ­στω καί πρό­σκαι­ρη- λύ­ση τῶν Ἐ­πι­σκο­πι­κῶν Συ­νε­λεύ­σε­ων, οἱ ὁ­ποῖ­ες ὄ­χι μό­νο δέν θε­ρα­πεύ­ουν, ἀλ­λά δι­αι­ω­νί­ζουν τόν ἤ­δη συ­νο­δι­κῶς κα­τα­δι­κα­σμέ­νο ἐ­θνο­φυ­λε­τι­σμό (1872). 

Με­τά τή «Σύ­νο­δο» τῆς Κρή­της ἐκ­δό­θη­κε ἡ «Ἐγ­κύ­κλιος τῆς Ἁ­γί­ας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας» (Κρή­τη, 2016), ἡ ὁ­ποί­α πα­ρου­σιά­ζει θε­ο­λο­γι­κές ἀν­τι­φά­σεις. Γι’ αὐ­τό καί θά ἀ­να­φερ­θοῦ­με ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κά σ’ αὐ­τές. Συγ­κε­κρι­μέ­να, στήν δεύ­τε­ρη πα­ρά­γρα­φο ση­μει­ώ­νε­ται τό ἑ­ξῆς: «Ἡ Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δος τῆς Μί­ας, Ἁ­γί­ας, Κα­θο­λι­κῆς καί Ἀ­πο­στο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ αὐ­θεν­τι­κήν μαρ­τυ­ρί­αν τῆς πί­στε­ως εἰς τόν θε­άν­θρω­πον Χρι­στόν.­.­.­». Ἐ­δῶ, γεν­νᾶ­ται εὔ­λο­γα τό λο­γι­κό καί θε­ο­λο­γι­κό ἐ­ρώ­τη­μα: Πῶς «ἡ Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δος τῆς Μί­ας, Ἁ­γί­ας, Κα­θο­λι­κῆς καί Ἀ­πο­στο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ αὐ­θεν­τι­κήν μαρ­τυ­ρί­αν τῆς πί­στε­ως εἰς τόν θε­άν­θρω­πον Χρι­στόν», ὅ­ταν αὐ­τή ἀ­να­γνω­ρί­ζει τούς Νε­στο­ρια­νούς, τούς Μο­νο­φυ­σῖ­τες, τούς Ἀν­τι­χαλ­κη­δο­νί­ους καί τούς Μο­νο­θε­λῆ­τες ὡς Ἐκ­κλη­σί­ες, ἐ­νό­σῳ αὐ­τοί ἔ­χουν κα­τα­δι­κα­σμέ­νη ἀ­πό Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους Χρι­στο­λο­γί­α; 

Στήν τρί­τη πα­ρά­γρα­φο μνη­μο­νεύ­ον­ται Σύ­νο­δοι κα­θο­λι­κοῦ «κύ­ρους», ὅ­πως εἶ­ναι ἡ ἐ­πί Με­γά­λου Φω­τί­ου καί ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ καί ἡ Σύ­νο­δος τοῦ 1484, μέ τήν ὁ­ποί­α ἀ­πο­κη­ρύσ­σε­ται ἡ ψευ­δο­σύ­νο­δος τῆς Φλω­ρεν­τί­ας. Ἀ­κό­μη καί οἱ Σύ­νο­δοι, πού ἀ­πο­κη­ρύσ­σουν τίς Προ­τε­σταν­τι­κές δο­ξα­σί­ες. Πῶς συμ­βι­βά­ζον­ται, ὅ­μως, ὅ­λα αὐ­τά μέ τήν ἀ­να­γνώ­ρι­ση τῶν Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κῶν καί τῶν Προ­τε­σταν­τῶν ὡς Ἐκ­κλη­σι­ῶν;

Στήν πα­ρά­γρα­φο 20 ση­μει­ώ­νον­ται τά ἑ­ξῆς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «Οἱ δι­α­χρι­στι­α­νι­κοί δι­ά­λο­γοι ἐ­λει­τούρ­γη­σαν ὡς εὐ­και­ρί­α διά τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­αν, διά νά ἀ­να­δεί­ξῃ τό σέ­βας πρός τήν δι­δα­σκα­λί­αν τῶν Πα­τέ­ρων καί διά νά δώ­σῃ ἀ­ξι­ό­πι­στον μαρ­τυ­ρί­αν τῆς γνη­σί­ας πα­ρα­δό­σε­ως τῆς Μιᾶς, Ἁ­γί­ας, Κα­θο­λι­κῆς καί Ἀ­πο­στο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Οἱ ὑ­πό τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας δι­ε­ξα­γώ­με­νοι δι­ά­λο­γοι οὐ­δέ­πο­τε ἐ­σή­μα­ναν, οὔ­τε ση­μαί­νουν καί δέν πρό­κει­ται νά ση­μά­νουν πο­τέ οἱ­ον­δή­πο­τε συμ­βι­βα­σμόν εἰς ζη­τή­μα­τα πί­στε­ως. Οἱ δι­ά­λο­γοι αὐ­τοί εἶ­ναι μαρ­τυ­ρί­α πε­ρί τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας.­.­.­». 

Ἡ δή­λω­ση αὐ­τή, ὅ­μως, δι­α­ψεύ­δε­ται ἀ­πό τά κοι­νά Κεί­με­να, τά ὁ­ποῖ­α ὑ­πε­γρά­φη­σαν καί ἀ­πό τούς Ὀρ­θο­δό­ξους, ὅ­πως εἶ­ναι τοῦ B­a­l­a­m­a­nd, τοῦ P­o­r­to A­l­e­g­re, τῆς Ρα­βέν­νας καί τοῦ P­u­s­s­an. Καί ἡ Συ­νο­δι­κή Ἐγ­κύ­κλιος κα­τα­κλεί­ε­ται ὡς ἐ­ξῆς: «Ταῦ­τα ἀ­πευ­θύ­νον­ται ἐν συ­νό­δῳ πρός τά ἐν τῷ κό­σμῳ τέ­κνα τῆς ἁ­γι­ω­τά­της Ὀρ­θο­δό­ξου ἡ­μῶν Ἐκ­κλη­σί­ας καί πρός τήν οἰ­κου­μέ­νην πᾶ­σαν, ἑ­πό­με­νοι τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι καί τοῖς συ­νο­δι­κοῖς θε­σπί­σμα­σι πρός δι­α­φύ­λα­ξιν τῆς πα­τρο­πα­ρα­δό­του πί­στε­ως». Ὅ­μως, ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α «ἑ­πο­μέ­νη τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι καί τοῖς συ­νο­δι­κοῖς θε­σπί­σμα­σι» δέν ἀ­να­γνώ­ρι­σε πο­τέ στό πα­ρελ­θόν, ὡς Ἐκ­κλη­σί­α, τούς αἱ­ρε­τι­κούς, ὅ­πως ἐ­πι­χεί­ρη­σε νά κά­νει ἡ ἐν λό­γῳ «Συ­νέ­λευ­ση τῶν Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων» στήν Κρή­τη. 

Ὡς πρός τό «Μή­νυ­μα» τῆς «Ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κῆς Δι­α­σκέ­ψε­ως», αὐ­τό συ­νο­ψί­ζει τίς λη­φθεῖ­σες ἀ­πο­φά­σεις καί πα­ράλ­λη­λα προ­κα­λεῖ τή νο­η­μο­σύ­νη τῶν ἐ­νη­με­ρω­μέ­νων πι­στῶν. Συγ­κε­κρι­μέ­να, στήν πρώ­τη πα­ρά­γρα­φο τοῦ «Μη­νύ­μα­τος» ση­μει­ώ­νον­ται τά ἑ­ξῆς: «Βα­σι­κή προ­τε­ραι­ό­τη­τα τῆς Ἁ­γί­ας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου ὑ­πῆρ­ξε ἡ δι­α­κή­ρυ­ξη τῆς ἑ­νό­τη­τας τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας στη­ριγ­μέ­νη στή θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α καί τήν Ἀ­πο­στο­λι­κή δι­α­δο­χή τῶν Ἐ­πι­σκό­πων. Ἡ ὑ­φι­στα­μέ­νη ἑ­νό­τη­τα εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νά ἐ­νι­σχύ­ε­ται καί νά φέ­ρει νέ­ους καρ­πούς». Τό εὔ­λο­γο ἐ­ρώ­τη­μα τῶν ἀ­να­γνω­στῶν τοῦ «Μη­νύ­μα­τος» αὐ­τοῦ εἶ­ναι: 

Πῶς δι­α­κη­ρύσ­σε­ται ἔ­τσι πα­νη­γυ­ρι­κά ἡ ἑ­νό­τη­τα τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­ταν εἶ­ναι γνω­στό, ὅ­τι σ’ αὐ­τήν τήν «Σύ­να­ξη» δέν πα­ρα­βρέ­θη­καν τέσ­σε­ρα Πα­τρι­αρ­χεῖ­α, πού ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ουν συν­τρι­πτι­κά πε­ρισ­σό­τε­ρους πι­στούς, ἀ­π’ ὅ­σους ἀν­τι­προ­σω­πεύ­τη­καν ἀ­πό τούς δέ­κα Προ­κα­θη­μέ­νους, πού συμ­με­τεῖ­χαν σ’ αὐ­τήν; Καί πῶς γί­νε­ται μέ τό­ση ἄ­νε­ση ἡ ἀ­να­φο­ρά στή Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α, ὡς θε­μέ­λιο τῆς ἑ­νό­τη­τας, τή στιγ­μή πού ὑ­φί­στα­ται ἡ δι­α­κο­πή τῆς δι­α­μυ­στη­ρια­κῆς κοι­νω­νί­ας ἀ­νά­με­σα στά δύ­ο πρε­σβυ­γε­νῆ Πα­τρι­αρ­χεῖ­α τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων καί τῆς Ἀν­τι­ο­χεί­ας; Καί στήν ἴ­δια πα­ρά­γρα­φο ση­μει­ώ­νε­ται: «Ἡ Συ­νο­δι­κό­τη­τα δι­α­πνέ­ει τήν ὀρ­γά­νω­ση, τόν τρό­πο πού λαμ­βά­νον­ται οἱ ἀ­πο­φά­σεις καί κα­θο­ρί­ζε­ται ἡ πο­ρεί­α της». Ὑ­πάρ­χει, ὅ­μως, κά­ποι­α μαρ­τυ­ρί­α στήν Ἱ­στο­ρί­α τῶν Συ­νό­δων τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­που οἱ ἀ­πο­φά­σεις νά λαμ­βά­νον­ται μό­νον ἀ­πό τούς Προ­κα­θη­μέ­νους καί χω­ρίς τήν ψῆ­φο τῶν συμ­με­τε­χόν­των Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων; 

Στήν τρί­τη πα­ρά­γρα­φο γί­νε­ται λό­γος γιά τούς Θε­ο­λο­γι­κούς Δι­α­λό­γους μέ τούς ἑ­τε­ρο­δό­ξους καί ση­μει­ώ­νε­ται χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «Οἱ δι­ά­λο­γοι, πού δι­ε­ξά­γει ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α δέν ση­μαί­νει πο­τέ συμ­βι­βα­σμό σέ ζη­τή­μα­τα Πί­στε­ως». Ἐ­δῶ, ὑ­πεν­θυ­μί­ζου­με ἐν­δει­κτι­κά καί πά­λι τά Κεί­με­να τοῦ B­a­l­a­m­a­nd, τοῦ P­o­r­to A­l­e­g­re, τῆς Ρα­βέν­νας, τοῦ P­u­s­s­an, τά ὁ­ποῖ­α ἔ­χουν σο­βα­ρές ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κές αἱ­ρέ­σεις. 

Ὅ­λα τά πα­ρα­πά­νω λέ­γον­ται μέ ἔμ­πο­νη ἀ­γά­πη καί σε­βα­σμό στήν Ἀρ­χι­ε­ρω­σύ­νη Σας, χω­ρίς καμ­μί­α ἄλ­λη ἐ­πι­δί­ω­ξη, πα­ρά μό­νο, ἐ­πει­δή θέ­λου­με νά μένουμε πάντοτε, ὡς ζῶντα μέλη, στό μυστηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία Του. 




Μέ βα­θύ­τα­το σε­βα­σμό 
ἀσπάζομαι τήν δεξιά Σας 
Δη­μή­τριος Τσε­λεγ­γί­δης 
Κα­θη­γη­τής τῆς Θε­ο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Α.Π.Θ.


Πρός τήν Ἱ­ε­ρά Σύ­νο­δο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος 
Ἰ. Γεν­να­δί­ου 14 115 21 Ἀ­θή­να 
Κοι­νο­ποί­η­ση: σέ ὅ­λους τούς Ἱ­ε­ράρ­χες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος


Ο Κύριος Ιησούς Χριστός
και η Υπεραγία Μητέρα Του
η επονομαζομένη 
Παναγία Αρβανίτισσα 
να σας ευλογούν.
Γέρων Νεκτάριος Μοναχός
Αγιορείτης